επιφώνημα

επιφώνημα
τό
1) восклицание; возглас (звук); 2) грам. междометие

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "επιφώνημα" в других словарях:

  • ἐπιφώνημα — a witty saying neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιφώνημα — Άκλιτο μέρος του λόγου που εκφράζει ένα συναίσθημα, όπως για παράδειγμα λύπη, ευχαρίστηση, θαυμασμό. Το ε. μπορεί να είναι ένας απλός φθόγγος, ο οποίος εκφράζει τη συγκινησιακή ταραχή και ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο των συγκινήσεων και, φυσικά …   Dictionary of Greek

  • επιφώνημα — το, ατος 1. έναρθρος φθόγγος που ξεφεύγει αυτόματα από τα χείλη ως εκδήλωση ζωηρού συναισθήματος (οργής, χαράς, λύπης κτλ.). 2. (γραμμ.), άκλιτο μέρος του λόγου που εκφέρεται ασύνδετα στην πρόταση και φανερώνει θαυμασμό, απορία, πόνο, λύπη, ευχή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ε! — επιφώνημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλίμονο — επιφώνημα σχετλιαστικό, που εκφέρεται: α) μόνο του β) με προσωπικές κ.ά. αντωνυμίες σε γενική πτώση γ) αναλυτικά με την πρόθεση σε και αιτιατική και δ) με ουσιαστικό ή επίθετο εκτός από λύπη, εκφράζει απορία, έκπληξη, προσφώνηση, απειλή ή… …   Dictionary of Greek

  • ευάν — Επιφώνημα ενθουσιασμού, το οποίο φώναζαν κυρίως στις γιορτές του Βάκχου με το ευοί (ευοί, ε.). * * * εὐάν (Α) ενθουσιαστικό επιφώνημα τών ακολούθων τού Βάκχου, όπως τα εὐαί*, εὐοί*, με τα οποία συνήθως συνεκφέρεται («πάλλε πόδ αἰθέριον, ἄνεχε… …   Dictionary of Greek

  • αξ — (επιφώνημα) εκφράζει αποδοκιμασία «Α; αξ κι άξινος άξι και ξερό άξις και ξερός άξις και ν ανοίξεις». [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. του επιφωνήματος α έτσι ώστε να παρηχεί με λέξεις που ακολουθούν στην ίδια φράση (α ξ(ις): ξ ερός, ά ξι νος, ανοί ξεις) …   Dictionary of Greek

  • βουρ — (επιφώνημα) κυρίως στη φράση «βουρ στον πατσά» για γρήγορη, χωρίς δισταγμούς, κίνηση κάποιου να εκμεταλλευθεί μια ευκαιρία …   Dictionary of Greek

  • οπαλάκια — επιφώνημα θωπευτικό για μωρά …   Dictionary of Greek

  • ουστ — επιφώνημα για διώξιμο σκύλου ή άλλου ζώου, καθώς και ενοχλητικών και επικίνδυνων ανθρώπων. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. ost] …   Dictionary of Greek

  • όπ(α)λα — επιφώνημα χορού. [ΕΤΥΜΟΛ. Εκτεταμένος τ. τού επιφωνήματος οπ] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»